Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Η έρευνα του ΔΝΤ που ανέτρεψε όλους – κι όταν λέμε όλους, εννοούμε όλους – τους μύθους της κρίσης (A)

Οι  ανισορροπίες εντός ΟΝΕ έχουν τις ρίζες τους εκτός ΟΝΕ. Οι ανισορροπίες μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου προκλήθηκαν εξωτερικά, από τον ασύμμετρο αντίκτυπο που είχε στις χώρες του ευρώ το διεθνές εμπορικό σοκ της δεκαετίας του 2000, το οποίο οφείλεται στην κατάργηση των δασμών με την Κίνα, στην αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου και στην είσοδο των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απώλεια ανταγωνιστικότητας του Νότου δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το μοναδιαίο κόστος εργασίας και οφείλεται στη μεγάλη αύξηση της ισοτιμίας του ευρώ έναντι των άλλων διεθνών νομισμάτων, σε συνδυασμό με το διεθνές εμπορικό σοκ, ως απόρροια της παγκοσμιοποίησης.
Το ευρώ που ο Βορράς και ο Νότος μοιράζονταν απέτρεψε την έγκαιρη και αυτόματη διόρθωση των ελλειμμάτων. Διαγράφονται ευθύνες για την ΕΚΤ που όχι μόνο δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τι συνέβαινε αλλά και με τους κανόνες της ενθάρρυνε τις τράπεζες του ευρωπαϊκού Βορρά να δανείζουν ανισόρροπα κράτη και τράπεζες του Νότου βαθαίνοντας τις ανισορροπίες εντός της ΟΝΕ και τροφοδοτώντας φούσκες στο Νότο. Όταν ήρθε η κρίση του 2008 οι τράπεζες του Βορρά απέσυραν απότομα τη δανειακή χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα την δραματική κατάσταση που ακολούθησε.
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε τα αίτια και τις δυναμικές της τριγωνικής σχέσης με την οποία, εξαιτίας της ΟΝΕ, από το 2001 ως το 2008, χρήμα και πλούτος διέρρεαν από το Νότο στην Ασία και τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες κι από εκεί κατευθύνονταν στο Βορρά και ιδιαίτερα στη Γερμανία. Αν το αντιληφθούμε, κατανοούμε γιατί η κρίση δεν μπορεί να λυθεί  με τις παρούσες πολιτικές και απαιτεί μηχανισμούς κεντρικής ανάληψης κινδύνου και δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από το Βορρά προς το Νότο – όπως  προτείνουν οι συντάκτες της έκθεσης του ΔΝΤ. 

 

Τον Οκτώβριο του 2012 όσοι παρακολουθούν την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του ΔΝΤ, αντιλήφθηκαν τη δημοσίευση του working paper 12/236 με τίτλο “External Imbalances in the Euro Area” (Εξωτερικές ανισορροπίες της Ευρωζώνης). Πρόκειται για ένα κείμενο ύψιστης πολιτικής σημασίας για την ευρωπαϊκό Νότο και την Ελλάδα που είναι εκεί και περιμένει την επικοινωνιακή και πολιτική αξιοποίησή του. Το άρθρο φέρει τις υπογραφές των οικονομολόγων Ruo Chen, Gian Maria Milesi-Ferretti and Thierry Tressel του τμήματος Ευρωπαϊκής Πολιτικής και εντάσσεται στην οικονομική έρευνα του ΔΝΤ, που αν και τα πορίσματά της δεν πρέπει να θεωρούνται ως πολιτικές θέσεις του ΔΝΤ, καθώς υιοθετούνται ως τέτοιες μόνο σποραδικά και κατ’ επιλογή, έχουν ισχυρή επιστημονική εγκυρότητα και, γι’ αυτό το λόγο, την πολιτική σημασία τους. Ας θυμηθούμε ότι από το working paper 13/1 του ΔΝΤ που έφερε τις υπογραφές των οικονομολόγων Ολιβιέ Μπλανσάρ και Ντάνιελ Λι άνοιξε η συζήτηση για την αναγνώριση του πραγματικού δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή της ελληνικής οικονομίας – του αριθμού δηλαδή που δείχνει τι επίπτωση έχουν στο ΑΕΠ οι δημοσιονομικές περικοπές – ο οποίος ήταν και είναι στο 1.7 αντί του 0.7 τον οποίο υπολογίζει επισήμως η τρόικα μέχρι και σήμερα. Ας θυμηθούμε ακόμη τις μεγάλες αντιδράσεις των θεσμικών αξιωματούχων της Ένωσης όταν ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ ανακοίνωσε το σωστό πολλαπλασιαστή για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2012 αλλά και ξανά το Φεβρουάριο του 2013, όταν το θέμα άνοιξε μετά τα σχόλια του γαλλικού περιοδικού  “Μarianne”.  

Το W/P 12/236 δεν υπογράφεται βεβαίως από το μεγαλύτερο οικονομικό όνομα του ΔΝΤ – τον επικεφαλής οικονομολόγό του Μπλανσάρ – είναι παρά ταύτα πολύ σημαντικό διότι εμφανίζει τέσσερα ακαταμάχητα πλεονεκτήματα:

Πρώτον, κάνει το κρίσιμο βήμα της ορθής τοποθέτησης της κρίσης της Ευρωζώνης μέσα στο παγκόσμιο πλαίσιο. Υιοθετώντας το πνεύμα των Grennes και Stradzs, οι ερευνητές του ΔΝΤ  διαπιστώνουν το προφανές, πλην όμως έως και τη δική τους εργασία παραμελημένο: η Ευρωζώνη είναι μια οικονομία, πρώτον, ολοκληρωμένη μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά των 27 κρατών μελών, δεύτερον, ανοιχτή σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν είναι δυνατό συνεπώς να κάνεις αναλύσεις και να υποστηρίζεις ότι λες αλήθειες χωρίς να λαμβάνεις υπόψη σου τις μεγάλες νομισματικές, εμπορικές και επενδυτικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά την ανατρεπτική δεκαετία του 2000. Η πτώση της ΕΣΣΔ και του ανατολικού μπλοκ, οι ταραχές της πλατείας Τιεν Αν Μεν, είναι όλα τους γεγονότα του 1989 που ‘άνοιξαν’ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και με διαφορετικούς σε κάθε περίπτωση όρους τις χώρες αυτές στον δυτικό καπιταλισμό. Αλλά η δεκαετία του 1990 που ακολούθησε το ορόσημο 1989 ήταν μεταβατική. Είναι στη δεκαετία του 2000 που όλες αυτές οι οικονομίες εντάχθηκαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στον δυτικό, πλέον και παγκόσμιο, καπιταλισμό. Η ραγδαία ‘απελευθέρωση’ των αγορών κεφαλαίων και εμπορευμάτων έχει ως βασικούς της κόμβους τη δημιουργία του ευρώ, την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τον περιορισμό και την κατάργηση των δασμών στα πλαίσια των συμφωνιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, τη μεγάλη ανάπτυξη των λεγόμενων ‘αναδυόμενων αγορών’ και του παγκόσμιου εμπορίου.
Οι ειδικότερες εξελίξεις στις οποίες εστίασαν οι ερευνητές του ΔΝΤ για να ανιχνεύσουν πώς και σε ποιο βαθμό επηρέασαν τον Βορρά και τον Νότο της Ευρωζώνης ήταν η διεύρυνση της ΕΕ με τα 12 νέα κράτη μέλη, η κατάργηση των δασμών μεταξύ Ευρώπης και Κίνας και η καλπάζουσα ανάπτυξη της Κίνας, η ραγδαία άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου και η μεγάλη άνοδος της ισοτιμίας του ευρώ έναντι ενός καλαθιού εμπορικά σταθμισμένων διεθνών νομισμάτων κατά την πρώτη δεκαετία ζωής του.   

Δεύτερον, καλύπτει ένα κρίσιμο κενό της κυρίαρχης μέχρι στιγμής ανάλυσης της ευρωπαϊκής κρίσης η οποία παρέμεινε χονδρικά περιορισμένη στο ρόλο και τα προβλήματα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτό είναι απολύτως κατανοητό αφού η κρίση προήλθε κυρίως μέσα από το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, όμως το κενό παραμένει. Οι ερευνητές του ΔΝΤ ενδιαφέρονται για τα χρηματοπιστωτικά, όμως συμπληρώνουν την ανάλυση των χρηματοπιστωτικών με μια ανάλυση για το ρόλο της τεχνολογικής σύνθεσης των εξαγωγών των κρατών της Ευρωζώνης στην απώλεια ανταγωνιστικότητας του Νότου (υιοθετώντας σε ένα  βαθμό το πνεύμα των Felipe-Kumar). Με αυτά τα εργαλεία στη διάθεσή τους, κάνουν όμως κι ένα μείζον βήμα παραπέρα, επιτυγχάνοντας να δείξουν πώς συλλειτούργησαν α) οι μηχανισμοί του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος με β) τους  μηχανισμούς της τεχνολογικής σύνθεσης των εξαγωγών των χωρών του ευρώ και γ) τον παράγοντα του κοινού νομίσματος εκτρέφοντας τις ανισορροπίες Βορρά -Νότου και οδηγώντας στην κρίση. Αυτό είναι το μεγάλο επίτευγμά τους.     

Τρίτον, εισάγει μια εκτεταμένη έρευνα και ανάλυση εξετάζοντας τις μεταβολές σε πολλά οικονομικά μεγέθη των κρατών της Ευρωζώνης προκειμένου να ανιχνεύσει το ρόλο τους στις ανισορροπίες Βορρά-Νότου. Για παράδειγμα εξετάζει: τις μεταβολές στη διεθνή ισοτιμία του ευρώ, τους δείκτες τιμών καταναλωτή και το μοναδιαίο κόστος εργασίας για τις χώρες του Νότου, τις διαφορές στην τεχνολογική σύνθεση των εξαγωγών του Βορρά και του Νότου και την ελαστικότητα της ζήτησης για κάθε τεχνολογική κατηγορία προϊόντων, τις μεταβολές στα εμπορικά ισοζύγια των κρατών του Νότου (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) και του Βορρά (Γερμανία, Γαλλία) με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, την Κίνα και τις πετρελαιοπαραγωγές  χώρες, τις μεταβολές στην καθαρή θέση χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού (καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές) όλων των παραγόντων (νοικοκυριών, δημοσίου, τραπεζών, επιχειρήσεων) του Βορρά και του Νότου κλπ  Με τον τρόπο αυτό προσφέρει νέες πληροφορίες για το πώς έγινε η υπερχρέωση του Νότου στο Βορρά και ισχυρή τεκμηρίωση.

Τέταρτον, φέρνει στο φως πολλά και σημαντικά στοιχεία και προτείνει μια νέα, ισχυρή αλλά και πειστική ερμηνευτική σύνθεση της γενεσιουργού μηχανικής της κρίσης με την οποία  αναδεικνύονται ως βασική αιτία της οι μείζονες ανεπάρκειες και τα σφάλματα της θεωρίας και των κανόνων της ΟΝΕ. Αφενός τα σφάλματα των κανόνων διακυβέρνησης του κοινού νομίσματος που απέδωσαν όλη την έμφαση στον έλεγχο του δημοσίου χρέους αλλά ενθάρρυναν τη μεγέθυνση του ιδιωτικού χρέους, το οποίο στάθηκε η Κερκοπόρτα της κρίσης για τον ευρωπαϊκό Νότο. Αφετέρου τα σφάλματα της κλασικής θεωρίας του ευρώ και τις ευθύνες της ΕΚΤ, της κεντρικής τράπεζας που είχε την ευθύνη της εποπτείας των οικονομιών της Ευρωζώνης, η οποία όχι μόνο δεν αντιλήφθηκε τους μηχανισμούς με τους οποίους, δυνάμει της ΟΝΕ, οι οικονομίες του Νότου φούσκωναν επί χρόνια αλλά και μεγέθυνε η ίδια τις στρεβλώσεις αυτές, με τους λανθασμένους κανόνες της. Τέλος, η μελέτη καταλήγει με προτάσεις ρηξικέλευθων ευρωπαϊκών πολιτικών – οι οποίες όλο προτείνονται από τους οικονομολόγους κι όλο απορρίπτονται από τους πολιτικούς Βορρά – οπότε τι; Υπάρχει άραγε περίπτωση να κατατεθούν κάποτε στο τραπέζι μιας ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης από όσες πολιτικές δυνάμεις πιστεύουν ακόμη στην Ευρώπη με ένα ‘τελεσίδικο τρόπο’;

ΣΥΡΙΖΑ: Το τέλος της αθωότητας

Όλοι μου οι φίλοι είναι παλαιοί ανένταχτοι  ΣΥΡΙΖΑίοι. Κάποιοι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα και ελεύθεροι επαγγελματίες, πολλοί πλέον άνεργοι: άνθρωποι κινηματικοί και της προσφοράς: εκείνοι που στήριζαν το Στέκι, τα μαθήματα μεταναστών, τον αγώνα στον Άγιο Παντελεήμονα, την υπόθεση των προσφυγικών της Αλεξάνδρας κλπ. Μιλώντας μαζί τους την εβδομάδα που ακολούθησε το πρώτο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, διαπίστωσα πως αυτός ο κόσμος είχε αντίθετη γνώμη από όσα πανηγυρικά διακήρυτταν οι βουλευτές και άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ για την επιτυχία του συνεδρίου. Η συναισθηματική του ρήξη με τον χώρο έχει αρχίσει από καιρό αλλά με το συνέδριο βάθυνε…   

Προσοχή: κανείς από όλους αυτούς δεν ενδιαφέρεται για ‘αριστερόμετρα’. Κανείς δεν θέλει ντε και καλά συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΚΕ ή τον ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αποκλείει τη Λούκα Κατσέλη ή τον Καμμένο. Αυτό που ενοχλεί είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίζεται την ανάδειξή του σε αξιωματική αντιπολίτευση: η υιοθέτηση εκ μέρους της ηγεσίας του ενός πολιτικού μάρκετινγκ που θυμίζει δικομματισμό και ΠΑΣΟΚ, με κύρια χαρακτηριστικά το πρότυπο του κόμματος σούπερ-μάρκετ, την επιδίωξη της μέγιστης ασάφειας του πολιτικού λόγου, τους υψηλούς τόνους και την ‘πόλωση για την πόλωση’ κατά του πολιτικού αντιπάλου και, τέλος, την επαναλαμβανόμενη υπόσχεση της εξουσίας (‘είμαστε κυβέρνηση εν αναμονή’) προκειμένου να συγκαλυφθούν τα πραγματικά πολιτικά κενά.

Δυστυχώς, κατά τον ένα χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στις εκλογές του 2012 και το συνέδριο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέλεξε να επενδύσει στο συγκεκριμένο και ρεαλιστικό ενός προγράμματος οικονομικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης όπως είχε υποσχεθεί και όπως ο κόσμος του θα ήθελε –  με αποτέλεσμα να απουσιάσει από κρίσιμες συγκρούσεις π.χ. των ενεργοβόρων βιομηχανιών με την κυβέρνηση και τα επιχειρηματικά συμφέροντα του φυσικού αερίου. Όταν πάρει την εξουσία, θα βρει ακόμη περισσότερα κλειστά εργοστάσια.  Πριν λίγους μήνες είχα εξάρει από αυτή τη στήλη την πολύ ελπιδόφορα ‘επίθεση ειλικρίνειας και ρεαλισμού’ του κ. Δραγασάκη: ο υπεύθυνος οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είχε αναγνωρίσει τότε θαρραλέα ότι ‘λεφτά δεν υπάρχουν’ αλλά εμείς θα προχωρήσουμε στη σύγκρουση με την Ευρώπη γιατί έτσι πρέπει. Κι όμως, δυο μέρες πριν το συνέδριο ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεφε στα  επικοινωνιακά ψεύδη των ‘λεφτών που υπάρχουν’:  έχουμε τους τόκους της επόμενης τετραετίας, έλεγε, που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα δώσει στους άθλιους δανειστές αλλά σε μισθούς και δημόσιες επενδύσεις. Αποσιωπώντας βέβαια πως αυτά τα λεφτά δεν τα έχουμε στην τσέπη μας – θα πρέπει να μας δανείσουν εκείνοι και τι λόγο θα έχουν να μας τα δανείσουν, αν είναι να τα κρατήσουμε για μας...  

Η ας την πούμε μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κάτι που θυμίζει πολύ το παλαιό ΠΑΣΟΚ του 70 και του 80 έχει ξεκινήσει από καιρό, αλλά στο συνέδριο βάθυνε. Τα πολύ συγκεκριμένα σημάδια της ήταν τέσσερα. Πρώτο, η εκλογή του προέδρου από το συνέδριο, που προσδίδει στο κόμμα αρχηγοκεντρικό χαρακτήρα και στην ηγετική ομάδα μεγαλύτερο έλεγχο επί των στελεχών. Δεύτερο, η εμφανής προσπάθεια του Αλ. Τσίπρα να μιλήσει στη γλώσσα του ΠΑΣΟΚ – με την προσφυγή στα συνθήματα του Α. Παπανδρέου και της Ένωσης Κέντρου και την απάλειψη κάθε αναφοράς στη λέξη ‘σοσιαλιστικό’. Τρίτο, η απόρριψη όλων των  τροπολογιών της Αριστερής Πλατφόρμας και η επιλογή διατυπώσεων που μεγιστοποιούν την ασάφεια του πολιτικού λόγου. Τέταρτο και σημαντικότερο, η απόφαση για επαναδιατύπωση και μετασχηματισμό του βασικού επικοινωνιακού μηνύματος του κόμματος και η μεταφορά του πεδίου αναφοράς του: από το ‘Μνημόνιο ή ΣΥΡΙΖΑ’ περάσαμε στο ‘Μνημόνιο ή Δημοκρατία’ και από το οικονομικό πεδίο περάσαμε στο πολιτικό. Η επιλογή για αλλαγή  μηνύματος είναι κομβική και φαίνεται ότι ήρθε για να μείνει: την ακολουθούν πλέον και τα κομματικά ΜΜΕ. «Το βασικό θέμα στην Ελλάδα σήμερα είναι η δημοκρατία και οι κανόνες της», έλεγε την Παρασκευή στην εκπομπή του ο διευθυντής του Ρ/Σ ‘Κόκκινου’ Κ. Αρβανίτης. Πού οφείλεται όμως η αλλαγή; Μα στο ότι βολεύει το πολιτικό μάρκετινγκ – ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να συνεχίσει να λέει ψέματα για την οικονομία κι αν πει τις σκληρές  αλήθειες δεν θα μπορεί να προβάλλει ως σωτήρας, έλα όμως που θέλει αυτό… Η έμφαση στη ανάγκη προστασίας της δημοκρατίας από την αυταρχική ΝΔ – που επιστράτευσε τους εργαζόμενους στο Μετρό και την εκπαίδευση κι έκλεισε την ΕΡΤ – και οι κατηγορίες ότι η ΝΔ φλερτάρει ή και ταυτίζεται με  τη Χρυσή Αυγή βοηθούν τον  ΣΥΡΙΖΑ να κλιμακώσει την πόλωση, να απευθυνθεί σε πολύ μεγάλα κομμάτια κόσμου, να καλύψει την ασάφεια του πολιτικού του λόγου, να αποφύγει τις κακοτοπιές της οικονομικής κατάρρευσης. Αλλά ο κόσμος δεν είναι βλάκας. Γνωρίζει, βιώνει στην καθημερινότητά του τα αδιέξοδα  – ιδίως εκείνο το 27% των ανέργων. Πώς να ψηθεί; Οι επιλογές που κάνουν πλέον στο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εξυπηρετούν το πολιτικό τους μάρκετινγκ αλλά υπονομεύουν την αξιοπιστία τους και ‘παγώνουν’ τους παλιούς δικούς τους. Επικίνδυνα πράγματα δηλαδή.  

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Για να μην ξεχνιόμαστε, όλα είχαν προβλεφθεί

Επειδή η ελληνική οικονομία και κοινωνία πάνε κατά διαόλου και τίποτα καλό δεν μπορούμε να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον, επειδή η ελληνική πολιτική τάξη, από τη ΝΔ ως τον ΣΥΡΙΖΑ, έχει μάθει εδώ και δεκάδες χρόνια να ακολουθεί την Ευρώπη και τις πολιτικές της και το τελευταίο που θέλει είναι να αυτονομηθεί και να γίνει ξαφνικά η ίδια υπόλογη απέναντι στο κόσμο για τις όποιες πολιτικές της αντί να κατηγορεί την Ευρώπη ή τον νεοφιλελευθερισμό, επειδή τέλος κυριαρχεί - και συνεχίζει να κυριαρχεί - μια ανελέητη προπάγανδα στη χώρα μας υπέρ του ευρώ και της ενωμένης Ευρώπης, (ακόμη κι έτσι όπως είναι, γιατί αν ήταν να άλλαζε και να γινόταν λειτουργική οκ, καμία αντίρρηση, αλλά πόσα χρόνια θα περιμένουμε ακόμη;), σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω σήμερα ένα παλιότερο κείμενο (Ιούλιος 2012) σχετικά με τα δομικά προβλήματα του ευρώ.

"Πριν λίγες μέρες, το Levy Economics Instistute, ένα ίδρυμα μετακεϋνσιανού προσανατολισμού, εξέδωσε ανακοίνωση με τον προκλητικό τίτλο ‘Το Προπατορικό Αμάρτημα της Ευρωζώνης’ που φέρει τις υπογραφές του Δημήτρη Παπαδημητρίου και του Randall Wray (http://www.levyinstitute.org/pubs/pn_12_08.pdf). Η ανακοίνωση θέτει ακριβώς το ερώτημα για το ποιοι οικονομολόγοι προέβλεψαν πρώτοι τα δομικά προβλήματα του ευρώ κι απαντά αναφέροντας πέντε ονόματα με αποσπάσματα από τα κείμενά τους: 
• Η Stephanie Bell, που από το 2002 προειδοποιούσε πως «οι προοπτικές σταθερότητας στην Ευρωζώνη ήταν περιορισμένες».
• Ο Warren Mosler, που το 2001 έγραφε ότι η ιστορία και η λογική υπαγορεύουν ότι το ευάλωτο στον πιστωτικό κίνδυνο σύστημα των 12 κρατών-μελών του ευρώ και το τραπεζικό τους σύστημα θα δοκιμαστούν. «Τα βέλη της αγοράς θα προκαλέσουν μια αρχικά περιορισμένη κρίση ρευστότητας που θα μολύνει άμεσα και θα παγώσει πολύ γρήγορα το συνολικό σύστημα πληρωμών της Ευρωζώνης. Μόνο η αναπόφευκτη και επί του παρόντος απαγορευμένη άμεση παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα μπορέσει να φέρει την ανάσταση του συστήματος».
• Ο Mathew Forstater, που το 1999 επέμενε στο πρόβλημα ότι στην ΟΝΕ «οι δυνάμεις της αγοράς μπορούν να ζητήσουν την άσκηση κυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής σε μια ύφεση ενισχύοντας τις υφεσιακές δυνάμεις».
• Ο Randall Wray, που το 1998 είχε επισημάνει ότι η υπό δημιουργία Ευρωζώνη θα μοιάζει πολύ με τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά το ότι θα λειτουργεί με μια ομοσπονδιακή τράπεζα σαν τη FED αλλά θα έχει μόνο εθνικά υπουργεία οικονομικών των κρατών μελών της. Το αποτέλεσμα, είχε πει, θα είναι ότι κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εφαρμόζει τη δημοσιονομική του πολιτική σε ξένο νόμισμα, και η κρατική χρηματοδότηση της οικονομίας με δημόσιο έλλειμμα θα απαιτεί δανεισμό σε αυτό το ξένο νόμισμα σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις των ιδιωτικών αγορών.
• Ο Wynne Goodley, που κατά το Levy Institute είναι ο νικητής οικονομολόγος, αυτός που πρώτος, από το 1992 ήδη, έκανε ζοφερές προβλέψεις για την Ευρωζώνη οι οποίες  επαληθεύονται με βάναυσο τρόπο σήμερα: «Ο κίνδυνος είναι ότι οι περιορισμοί του προϋπολογισμού στους οποίους τα κράτη δεσμεύονται ατομικά ενέχει αποπληθωριστικές τάσεις που θα κλειδώσουν την Ευρώπη σαν σύνολο σε ύφεση και θα της στερήσουν τη δυνατότητα να την ξεπεράσει», είχε γράψει τότε. 
Ο Wynne Godley είχε προειδοποιήσει μάλιστα για το υφεσιακό σπιράλ θανάτου στο οποίο θα έμπαινε μια χώρα σε περίπτωση ύφεσης αν εγκατέλειπε τη δυνατότητα να εκδίδει το δικό της νόμισμα, όπως έκαναν τα κράτη του ευρώ. Ένα σπιράλ θανάτου που θα καταδίκαζε τον πληθυσμό σε ανεργία και φτώχεια και θα είχε ως μόνη διέξοδο για τους ανθρώπους τη μετανάστευση:
«Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί μια διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο. Όπως αναγνωρίστηκε σαφώς στην έκθεση MacDougall που δημοσιεύτηκε το 1977, αυτό είναι μια εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για να εγκαταλείψει κανείς την επιλογή της υποτίμησης του νομίσματος. Ορισμένοι συγγραφείς όπως ο Samual Brittan και ο Douglas Hague ισχυρίζονται σοβαρά ότι η ΟΝΕ, καταργώντας το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών στην παρούσα μορφή του, καταργεί στα αλήθεια το πρόβλημα, όπου υπάρχει, της επίμονης αδυναμίας για επιτυχή ανταγωνισμό στις παγκόσμιες αγορές. Αλλά όπως έδειξε ο καθηγητής Martin Feldstein σε ένα σπουδαίο άρθρο του στον Economist, το επιχείρημά τους είναι επικίνδυνα λανθασμένο. Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα. Διάκειμαι θετικά απέναντι στις θέσεις εκείνων – όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ – που αντιμέτωποι με την απώλεια της κυριαρχίας, θέλουν να κατέβουν από το τρένο της ΟΝΕ.  Διάκειμαι επίσης θετικά προς όλους εκείνους που αναζητούν την ολοκλήρωση υπό την εποπτεία κάποιου τύπου δημοσιονομικού ομοσπονδιακού καθεστώτος με ένα ομοσπονδιακό προϋπολογισμό πολύ μεγαλύτερο από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά θεωρώ απόλυτη απάτη τη θέση εκείνων που στοχεύουν σήμερα στην οικονομική και νομισματική ένωση δίχως τη δημιουργία νέων πολιτικών θεσμών – πέρα από μια νέα κεντρική τράπεζα – και που σηκώνουν τα χέρια τους με τρόμο μόλις ακούσουν την λέξη ‘ομοσπονδία’ η ‘ομοσπονδιοποίηση’. Αυτή είναι όμως η θέση που υιοθετούν οι περισσότεροι από όσους  συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση για το ευρώ». (http://www.lrb.co.uk/v14/n19/wynne-godley/maastricht-and-all-that)".

Δυστυχώς αυτή είναι μια συντομευμένη εκδοχή της ανακοίνωσης του Levy Institute. Υπόσχομαι να βρω σύντομα χρόνο και να μεταφράσω μεγαλύτερα αποσπάσματα και κυρίως το καταπληκτικό κείμενο του Godley.


Παρακολουθούμε τι γίνεται στην Ευρώπη;



Ας συνοψίσουμε όσα έγιναν και γίνονται τις τελευταίες εβδομάδες στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Στις 4 Ιουνίου είχε διαρρεύσει μία εμπιστευτική, υποτίθεται, έκθεση του ΔΝΤ στην εφημερίδα Wall Street Journal. Ήταν μια πρωτοφανής – στα ιστορικά του και πολιτικού αυτού οργανισμού – απολογία για την αποτυχία του ελληνικού προγράμματος, μια αναγνώριση ενοχής και μια παροχή εξηγήσεων για τα αίτια του … εγκλήματος.
Το ΔΝΤ αναγνώρισε όσο πιο επίσημα μπορούσε ότι η Ελλάδα θα σωζόταν αν είχε γίνει κούρεμα του χρέους της το 2010 – επειδή με τα χρήματα που θα εξοικονομούσε από τη μείωση των τόκων θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει επενδύσεις και κρατήσει χαμηλά τη φορολογία ώστε να μην βουλιάξει στην ύφεση –, επειδή όμως οι τράπεζες της Ευρωζώνης παρέπαιαν, το κούρεμα αναβλήθηκε μέχρι να ξεφορτώσουν τα χαρτιά τους οι “μεγάλοι” του ευρώ (γερμανικές και γαλλικές τράπεζες). Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλες χασούρες και νέα δάνεια που βάρυναν την ήδη υπερχρεωμένη Ελλάδα, η οποία έτσι κάηκε ολοκληρωτικά και η προστασία της Γαλλίας και της Γερμανίας. Επιπλέον το ΔΝΤ είπε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή – ο κορυφαίος νομοθετικός και εκτελεστικός θεσμός της Ευρώπης – ως μέλος της τρόικας, επέδειξε μειωμένο ενδιαφέρον για τη διάσωση της Ελλάδας και αυξημένο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση του απαραβίαστου των ευρωπαϊκών κανόνων. Τουτέστιν, η Ευρώπη μας έσωσε!..
Μετά από μια τέτοια απολογία θα περίμενε κανείς από την ελληνική κυβέρνηση να κάνει κάτι: να εκμεταλλευθεί π.χ. το ηθικό πλεονέκτημα που της πρόσφερε το ΔΝΤ προκειμένου να πετύχει τουλάχιστον το πέρασμα του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών στον ευρωπαϊκό μηχανισμό. Υπήρχαν επιχειρήματα που ακόμη κι ο Αντώνης Σαμαράς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει: με τόσο υψηλό χρέος κανείς δεν επενδύει στην Ελλάδα, άρα το success story του χρειάζεται επειγόντως βελτίωση στα νούμερα του χρέους. Αμ δε: ο Αντώνης Σαμαράς αρχικά προσποιήθηκε πως δεν κατάλαβε τίποτα από την έκθεση του ΔΝΤ – ψιθύρισε κάτι άσχετο για λάθη που “εμείς πρώτοι τα είδαμε και διορθώσαμε (!) – και στη συνέχεια – με το αιφνιδιαστικό λουκέτο στην ΕΡΤ – άλλαξε την ατζέντα. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, μολονότι αρχικά σωστά πήγε το θέμα της απολογίας του ΔΝΤ στη Βουλή, στη συνέχεια μισοπαγιδευμένος-μισοθεληματικά, ακολούθησε ψυχή τε και σώματι τον πρωθυπουργό στον ελιγμό του.
Αποτέλεσμα: επί δύο ολόκληρες βδομάδες βρεθήκαμε μπροστά στο απίστευτο φαινόμενο η απολογία του ΔΝΤ να προκαλεί θυελλώδεις συζητήσεις και αντεγκλήσεις μεταξύ οικονομολόγων, σχολιαστών, πολιτικών και οικονομικών αξιωματούχων στην Ευρώπη, αλλά άκρα του τάφου σιωπή στην κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενη Ελλάδα – η οποία ασχολούνταν με άλλα. Η συζήτηση στη Βουλή με αφορμή την ερώτηση του Αλ. Τσίπρα για την έκθεση του ΔΝΤ μετατράπηκε σε συζήτηση για την ΕΡΤ. Λες και άπαν το πολιτικό μας σύστημα βάλθηκε να επιβεβαιώσει τα καθεστωτικά ΜΜΕ – μιλώ κυρίως για κανάλια και παραδοσιακές πολιτικές εφημερίδες από τα οποία όμως ενημερώνεται ο πολύς κόσμος – που καιρό τώρα προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι λογικό η χώρα και οι πολιτικές δυνάμεις της να αγνοούν τις διαφορετικές θεσμικές φύσεις ΔΝΤ και Ευρωζώνης, να κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια να περιμένουν τις αποφάσεις των δανειστών και να περιορίζονται σε ασκήσεις εσωτερικής σύγκρουσης.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, δεν αντιληφθήκαμε ότι το πρόγραμμα της τρόικας έχει φτάσει ξανά στο απροχώρητο επειδή οι Ευρωπαίοι εταίροι μας αθετούν ακόμη και την δέσμευσή τους να περάσουν τα κέρδη των κεντρικών τραπεζών τους από τα ελληνικά ομόλογα της ΕΚΤ στην Ελλάδα – με βάση το γνωστό επιχείρημα της γερμανικής Bundesbank ότι αυτό συνιστά χρηματοδότηση κράτους και απαγορεύεται γιατί παραβιάζει τις συνθήκες του ευρώ.
Δεν παρατηρήσαμε τις οξύτατες επιθέσεις αρκετών Ευρωπαίων αξιωματούχων – Όλι Ρεν, Ρέγκλινγκ, Ζαν Κλοντ Τρισέ – ενάντια στο ΔΝΤ που προοιωνίζουν πως η Ευρώπη θα συνεχίσει να αγνοεί τις συστάσεις του Ταμείου για την Ελλάδα. Δεν προσέξαμε τις συστηματικές κινήσεις των Γερμανών – επαναλαμβανόμενη διάψευση της δέσμευσης για νέο κούρεμα του ελληνικού χρέους από τον Σόιμπλε, διαβεβαίωση Άσμουνσεν προς το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο της Καρλσρούης ότι η ΕΚΤ δεν περιμένει άλλη αναδιάρθρωση χρέους στην Ευρωζώνη, συνεντεύξεις Γερμανών οικονομολόγων που υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να κουρευτεί ξανά το ελληνικό χρέος κλπ – οι οποίες υποδεικνύουν πως. σε αντίθεση με τις εντυπώσεις που καλλιεργούνται εδώ ότι αν κάνουμε υπομονή ως τις γερμανικές εκλογές, η Αγγέλα Μέρκελ θα δώσει επιτέλους λύση κουρεύοντας το ελληνικό διακρατικό χρέος, το Βερολίνο δρομολογεί ήδη με “δημοκρατικές διαδικασίες” τη μη-λύση. Ίσως γιατί ως ελληνική κοινωνία και πολιτικό σύστημα δεν θέλουμε να δούμε πως ο χρόνος μας τελειώνει και πως η μη αλλαγή πολιτικής από την Ευρώπη σημαίνει – όπως σωστά έγραψε ο Β. Μίνχαου – ότι η μοναδική διέξοδος για να σταματήσει η κοινωνική και οικονομική καταστροφή της Ελλάδας είναι – όταν επιτέλους καταφέρουμε να πιάσουμε πρωτογενές πλεόνασμα – η μονομερής στάση πληρών και η έξοδος από το ευρώ.


Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» και η ευρωπαϊκή συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα

Οι ανισορροπίες Βορρά-Νότου μέσα στην Ευρωζώνη έχουν τις ρίζες τους εκτός ΟΝΕ και συγκεκριμένα στον μετασχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την είσοδο των 12 νέων κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μεγάλη ωφελημένη βγήκε η Γερμανία γιατί μετέφερε εργοστάσια στο πρώην ανατολικό μπλοκ και μείωσε τα τελικά κόστη της. Χαμένες βγήκαν οι χώρες του Νότου γιατί έχασαν την προγενέστερη θέση τους ως προμηθευτές ενδιάμεσων αγαθών για τη γερμανική βιομηχανία. 
 
Το τρίτο πλήγμα στο μερκελιανό μύθο της χαμένης ανταγωνιστικότητας του Νότου που έκανε «τάχα-μου-δήθεν» πάρτι σε βάρος του οικονόμου Βορρά έδωσαν δύο Αμερικανοί ακαδημαϊκοί, ο Thomas Grennes και ο Andris Stradzs, σε άρθρο τους με τον παιχνιδιάρικο  τίτλο «Ο Ελέφαντας στο Δωμάτιο της Ευρωπαϊκής Συζήτησης για την Ανταγωνιστικότητα». Ο αγγλικός ιδιωματισμός «the elephant in the room» δηλώνει την προφανή αλήθεια που οι πάντες την αγνοούν γιατί δεν θέλουν να τη συζητήσουν. Η βασική ιδέα πίσω από τις λέξεις είναι πως είναι αδύνατο να είσαι μέσα σε ένα δωμάτιο με έναν ελέφαντα και να μην τον βλέπεις. Άρα οι άνθρωποι που παριστάνουν ότι δεν βλέπουν τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο κάνουν μια επιλογή: να ασχοληθούν με οτιδήποτε μικρό, τριτεύων ή και άσχετο, προκειμένου να αποφύγουν να διαπραγματευτούν το κύριο.

Αφετηρία των Grennes και Stradzs για να διακρίνουν τον … ελέφαντα που οι υπόλοιποι αδυνατούσαν να δουν και που δεν είναι άλλος από την κοινή αγορά ήταν... η μνήμη τους. Οι δύο Αμερικανοί οικονομολόγοι απλά θυμήθηκαν ότι στο διάστημα 2001-2008 που δημιουργούνταν τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού Νότου έναντι του Βορρά, η εισαγωγή του κοινού νομίσματος δεν ήταν η μόνη ευρωπαϊκή εξέλιξη. Υπήρξε κι η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – δηλαδή της κοινής αγοράς – με την είσοδο 12 νέων μελών από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια και ο μετασχηματισμός της Ευρώπης των 15 σε Ευρώπη των 27. 
Οι Grennes και Stradzs θυμήθηκαν επίσης μια σειρά από μελέτες του 2005-6 που έδειχναν πως η Γερμανία είχε πετύχει μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της χάρη σε αυτό τον ευρωπαϊκό μετασχηματισμό. Η επέκταση προς Ανατολάς είχε σημάνει την είσοδο στην ΕΕ κάποιων νέων «φτωχών»  – και σε κάθε περίπτωση «φτωχότερων» του ευρωπαϊκού Νότου – συγγενών. Οι νέοι συγγενείς είχαν, συν τοις άλλοις, μεγαλύτερη ιστορική και γεωγραφική εγγύτητα προς τη Γερμανία και η γερμανική βιομηχανία τους είχε εκμεταλλευθεί αποτελεσματικά με άμεσες ξένες επενδύσεις και outsourcing μειώνοντας τα τελικά κόστη της.

Ενθυμούμενοι λοιπόν όλα αυτά, οι Grennes και Stradzs διεύρυναν το πλαίσιο της ανάλυσής τους κι άρχισαν να μελετούν τις μεταβολές σε εξαγωγές και μερίδια αγοράς των κρατών-μελών σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και όντως έβγαλαν λαγό. Αυτό που συγκεκριμένα διαπίστωσαν ήταν ότι η θετική εικόνα του εμπορίου και των εξαγωγών για όλες τις χώρες πλην Γαλλίας σε επίπεδο Ευρωζώνης την οποία είχαν περιγράψει οι Gaulier-Vicard διέφερε σημαντικά από την αντίστοιχη εικόνα των χωρών σε επίπεδο Ευρωπαϊκής  Ένωσης. Εδώ στο διάστημα 1999-2011 – που υιοθετήθηκε το ευρώ και έγιναν οι δύο διαδοχικές διευρύνσεις της ΕΕ – συντελέστηκαν σοβαρές μεταβολές στις εξαγωγές των κρατών και ένας μείζων μετασχηματισμός.
Ο μετασχηματισμός αυτός έβγαλε κερδισμένα κάποια κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ,  συγκεκριμένα την Πολωνία, την Τσεχία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των κρατών ήταν ότι ήταν μεγάλα, άρα ήσαν καλές αγορές, και είχαν χαμηλούς μισθούς, χαμηλό κόστος παραγωγής, αδύναμο εθνικό νόμισμα και όχι συνδεδεμένο με το ευρώ. Έβγαλε όμως χαμένα τα περισσότερα κράτη της παλαιάς «ΕΕ των 15» που έχασαν μερίδια αγοράς προς όφελος των νέων μελών. Οι τέσσερις χώρες που άντεξαν τις αλλαγές ήταν η Γερμανία, η Αυστρία και το Βέλγιο οι οποίες κατάφεραν να διατηρήσουν τις εξαγωγές τους και η Ισπανία που κατάφερε να τις αυξήσει ελαφρά.

Πίσω όμως από αυτή την πρώτη εικόνα και σε συνδυασμό με την παράλληλη απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου που λάμβανε χώρα την ίδια εποχή, λένε οι δυο Αμερικανοί, συντελέστηκαν και βαθύτερες αλλαγές στα σχήματα εμπορίου των κρατών της ΕΕ. Μεγάλη ωφελημένη βγήκε η Γερμανία που με άμεσες επενδύσεις και αλλαγή προμηθευτών, μετέφερε μεγάλα κομμάτια της παραγωγής των ενδιαμέσων αγαθών για τη βιομηχανία της στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Με τον τρόπο αυτό εκμεταλλεύθηκε προς όφελός της τα εκεί χαμηλά κόστη παραγωγής και εργασίας και τα αδύναμα εθνικά νομίσματα και μετατράπηκε σε έναν από τους κύριους και ανταγωνιστικότερους εξαγωγείς βιομηχανικών προϊόντων στις αναδυόμενες αγορές της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Αντίθετα, οι περισσότερες χώρες της «Ευρώπης των 15» δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν σε αυτές τις μεγάλες αλλαγές. Και κάποιες εξ αυτών, μεταξύ των οποίων και οι χώρες του Νότου, εξαιτίας των υψηλότερων μισθών τους σε σχέση με την Ανατολική Ευρώπη, έχασαν την προηγούμενη θέση τους ως προμηθευτές της γερμανικής βιομηχανίας.

Ένα τρίτο στοιχείο που επισημαίνουν οι δυο Αμερικανοί – επιβεβαιώνοντας τους Felipe και Kumar – είναι ότι ο γερμανικός μύθος της σχέσης ανάμεσα στην αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και τη μείωση της ανταγωνιστικότητας δεν επαληθεύεται από τα πραγματικά στοιχεία για την εικόνα των ευρωπαϊκών κρατών – γι’ αυτό και πρέπει να τελειώνουμε οριστικά μαζί του. Στα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης κάποιες ευρωπαϊκές χώρες είχαν παράλληλα μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και μεγάλη  αύξηση εξαγωγών – και μάλιστα μεγαλύτερη από τη Γερμανία. Πρόκειται για τις  περιπτώσεις της Ισπανίας, της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας. Άλλες χώρες  είχαν σταθερό κόστος εργασίας αλλά μεγάλη μείωση εξαγωγών: ήταν η Βρετανία, η Γαλλία και η Φιλανδία. Αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα, λένε οι Grennes και Stradzs, είναι ότι οι χώρες που έχουν ή αποκτούν παραγωγικές επενδύσεις σε προϊόντα υψηλότερης τεχνολογίας και άρα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, αυξάνουν και τους μισθούς τους και τις εξαγωγές τους. Αντίθετα, χώρες με παραγωγή χαμηλής τεχνολογίας έχουν πρόβλημα. Όποιες χώρες φτιάχνουν αυτοκίνητα τείνουν να αποκτήσουν υψηλότερους μισθούς, όποιες όμως φτιάχνουν γιαούρτια όχι.
 
Συμπέρασμα: οι δύο Αμερικανοί οικονομολόγοι δεν έκαναν συστάσεις πολιτικής για τον ευρωπαϊκό Νότο. Όμως η συμβολή τους ήταν σημαντική γιατί έδειξαν ότι οι όροι της συζήτησης για τις ανισορροπίες Βορρά-Νότου και την υποτιθέμενη χαμένη ανταγωνιστικότητα του Νότου είναι πολλαπλώς παραπλανητικοί. Η αξία της συμβολής των Grennes και Stradzs ήταν ότι πρώτοι έδειξαν πως οι ρίζες της απώλειας ανταγωνιστικότητας του Νότου και των ανισορροπιών της Ευρωζώνης μπορεί να βρίσκονται εκτός ΟΝΕ: στους μετασχηματισμούς της ΕΕ ή και εντελώς έξω από την Ευρώπη – στην παγκοσμιοποίηση. Την παράμετρο της παγκοσμιοποίησης και του διαφορετικού της αντίκτυπου στη Γερμανία και το Νότο ανέλαβε να μελετήσει σε βάθος λίγο μετά μια ομάδα οικονομολόγων του ΔΝΤ.  

(Η μελέτη των Grennes και Stradzs υπάρχει εδώ: http://www.economonitor.com/thoughtsacrossatlantic/2012/08/15/the-elephant-in-the-room-in-the-eu-competitiveness-debate/)




Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Η δημιουργία του ευρώ ως «ασύμμετρο σοκ» για τον ευρωπαϊκό Νότο

Η άνοδος του μοναδιαίου κόστους εργασίας δεν ήταν η αιτία της απώλειας ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού Νότου. Ήταν δευτερογενές σύμπτωμα ενός  σοκ εγχώριας ζήτησης που έλαβε χώρα στο Νότο και προήλθε από τις αυξημένες κεφαλαιακές ροές από  Βορρά προς Νότο ως συνέπεια της δημιουργίας του ευρώ. Ο Νότος έχει ανταγωνιστικές εξαγωγές, γι’ αυτό δεν χρειάζεται εσωτερική υποτίμηση αλλά αύξηση των μισθών και της ζήτησης στο Βορρά.
 
Τα γραπτά των Felipe και Kumar για τα προβλήματα του ευρωγερμανικού επιχειρήματος «για όλα φταίνε οι ψηλοί μισθοί του Νότου» άνοιξαν νέους δρόμους στην οικονομική έρευνα. Στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την αύξηση της μερίδας του κεφαλαίου σε βάρος της εργασίας στις χώρες της Ευρωζώνης, οι Felipe και Kumar διατύπωσαν την υπόθεση ότι θα μπορούσε να οφείλεται σε αύξηση κερδών των μη εμπορεύσιμων κλάδων της οικονομίας. (ΣΣ: οι κλάδοι των μη εμπορεύσιμων αφορούν ό,τι καταναλώνεται εγχωρίως, κατά κανόνα τις υπηρεσίες αλλά και τις κατασκευές. Αντίθετα, εμπορεύσιμα είναι τα προϊόντα της πρωτογενούς παραγωγής και της βιομηχανίας που έχουν υλική υπόσταση, μεταφέρονται και μπορούν να εξαχθούν. Βασικοί κλάδοι μη εμπορεύσιμων είναι οι τράπεζες και ασφάλειες, οι κατασκευές, οι κοινωνικές και προσωπικές υπηρεσίες, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο κλπ. Στα μη εμπορεύσιμα εμπίπτει και ο τουρισμός αν και για πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αποτελεί το κύριο εξαγωγικό τους προϊόν).
Κατά τη δεκαετία του 2000 η συμμετοχή των μη εμπορεύσιμων στο εθνικό προϊόν είχε μεγαλώσει σε βάρος της παραδοσιακής βιομηχανίας και μάλιστα σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Καθώς οι κλάδοι αυτοί απευθύνονται στην εσωτερική αγορά και είναι προστατευμένοι από το διεθνή ανταγωνισμό, έχουν κατά κανόνα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Η υπόθεση των Felipe-Kumar αυτή τράβηξε το ενδιαφέρον των Guillaume Gaulier και Vincent Vicard,  οικονομολόγων από την Τράπεζα της Γαλλίας, οι οποίοι αποφάσισαν να τη διερευνήσουν.
Οι Gaulier και Vicard ξεκίνησαν εξετάζοντας τις μεταβολές στα νούμερα εξαγωγών από την κάθε χώρα της Ευρωζώνης προς τις άλλες στο διάστημα 2001-2008. Σκέφτηκαν ως εξής: αν ίσχυαν οι γερμανικές θεωρίες περί απώλειας ανταγωνιστικότητας του Νότου λόγω αύξησης των μισθών, θα έπρεπε οι εξαγωγές του Νότου σε αυτό το διάστημα να έχουν μειωθεί. Διαπίστωσαν ότι αυτό δεν ίσχυε. Με μόνη την εξαίρεση της Γαλλίας, όλες οι χώρες του ευρώ, αδιακρίτως του Βορρά και του Νότου, είχαν αύξηση εξαγωγών προς τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης τη συγκεκριμένη περίοδο και μάλιστα την ίδια αναλογικά.
 
Συμπέρασμα: Παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα από το Βερολίνο, δεν υπήρξε καμία μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών, πορτογαλικών, ισπανικών κλπ εξαγωγών στα χρόνια του ευρώ. Αφού λοιπόν ο Νότος δεν είχε μείωση εξαγωγών, ακολουθούσαν, φυσιολογικά, δύο ερωτήματα: Πρώτο, πώς είχαν προκύψει τα μεγάλα ελλείμματα του Νότου; Δεύτερο, πώς συμβιβάζονταν η αύξηση των εξαγωγών του ευρωπαϊκού Νότου με την άνοδο του μοναδιαίου κόστους εργασίας;
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα ήταν εύκολη: αφού δεν υπήρχε μείωση εξαγωγών, τα ελλείμματα του Νότου προέκυψαν από αύξηση εισαγωγών. Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ήταν δύσκολη και οι Gaulier και Vicard χρειάστηκε να ανατρέξουν στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων EU-KLEMS, που περιέχει αναλυτικά οικονομικά στοιχεία για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά παραγωγικό κλάδο.
Αυτό που οι δυο Γάλλοι λοιπόν διαπίστωσαν με την ανάλυση των δεδομένων της βάσης ήταν πως οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών του Νότου και της Γερμανίας προέκυπταν από μεγάλες διαφορές στη δυναμική των τιμών στους κλάδους των μη εμπορεύσιμων – οι οποίοι, όπως είπαμε, αφορούσαν την εσωτερική κατανάλωση – και όχι των τιμών της βιομηχανίας, η οποία παρήγαγε προϊόντα για τις διεθνείς αγορές κι εμφάνιζε μικρότερες αποκλίσεις.
Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα που ανέδειξαν οι Gaulier-Vicard για τις αποκλίσεις των τιμών (σε οικονομικούς όρους των τιμών προστιθέμενης αξίας οι οποίες, επαναλαμβάνουμε, συμμετέχουν στον υπολογισμό του μοναδιαίου εργατικού κόστους) για την περίοδο 1999-2007:
Κατασκευές:  οι τιμές των κατασκευών αυξάνονταν ετησίως στη Γερμανία κατά 1.9%, στην Ελλάδα κατά 2.8%, στην Ισπανία κατά 7.7% και στην Ιρλανδία κατά 9.3% – εδώ έχουμε μια χαρακτηριστική αποτύπωση της φούσκας ακινήτων του Νότου.
Ξενοδοχεία και εστίαση: οι τιμές αυξάνονταν ετησίως στη Γερμανία κατά 2%, στην Ιταλία και την Ιρλανδία κατά 3.4%, στην Ισπανία και την Πορτογαλία κατά 5.2% και στην Ελλάδα κατά 6.2%.
Χονδρικό και λιανικό εμπόριο: στη Γερμανία δεν υπήρξε καμία μεταβολή τιμών μέσα σε 8 ολόκληρα χρόνια, ενώ στην Ελλάδα και την Πορτογαλία οι τιμές αυξάνονταν ετησίως κατά 2.9%, στην Ισπανία κατά 3.3% και στην Ιρλανδία κατά 6.1%.
Προσωπικές υπηρεσίες: οι τιμές αυξάνονταν στη Γερμανία κατά 0.9% ετησίως, στην Ισπανία 3.7% στην Ελλάδα 4.4%, στην Πορτογαλία 4.8% και στην Ιρλανδία 6.9%.
Οι δύο Γάλλοι οικονομολόγοι σημειώνουν επίσης ότι πρέπει να προσέξουμε και το εξής: ότι όλες αυτές οι αυξήσεις τιμών δεν συνοδεύτηκαν από κάποια αξιοσημείωτη αύξηση του μεριδίου της εργασίας έναντι του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, λένε, στο επίμαχο διάστημα το μερίδιο εργασίας εμφάνισε μικρή ετήσια αύξηση κατά 0.1%, 0.2% και 0.3% στην Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία αντίστοιχα, μικρή ετήσια μείωση κατά 0.1% στην Ιταλία και μεγαλύτερη ετήσια μείωση, κατά 0.9% στην Ισπανία – τόση όση και η Γερμανία.



Πηγή: Gaulier, Taglioni, Vicard, "Tradable sectors in Eurozone periphery, Countries did not undeperform in the 2000's",  in voxeu.org


Οι Gaulier και Vicard έφτιαξαν και το ως άνω διάγραμμα που αναλύει τη συμμετοχή των τιμών και των μισθών στην αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στις χώρες του ευρώ κατά το διάστημα 1999-2007. Το μπλε χρώμα αποτυπώνει τη συμβολή των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων, το μοβ των τιμών των μη εμπορεύσιμων, το πράσινο των μισθών της βιομηχανίας και το πορτοκαλί των μισθών στους κλάδους των μη εμπορεύσιμων. Βγάζει μάτι το ότι το κύριο μέρος της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας του Νότου οφείλεται στη μεγάλη αύξηση των τιμών των μη εμπορεύσιμων σε σχέση με τη Γερμανία.  
Όλα καλά μέχρις εδώ, το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι τι πρέπει να καταλάβουμε από όλα αυτά. Αυτό που πρέπει εμείς να καταλάβουμε, λένε οι Gaulier και Vicard, είναι ότι έχουμε δύο βασικά γεγονότα:
• Πρώτο γεγονός: τα ελλείμματα του Νότου προέκυψαν από τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών και μόνο, χωρίς καμιά μείωση εξαγωγών – οι οποίες παρέμειναν ανταγωνιστικές παρά την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. 
• Δεύτερο γεγονός: οι μεγάλες αποκλίσεις των τιμών του Νότου σε σχέση με τη Γερμανία εντοπίζονται στους κλάδους των μη εμπορεύσιμων που αφορούσαν την εσωτερική ζήτηση και όχι των προϊόντων της βιομηχανίας που εξάγονταν.
Ο συνδυασμός αυτών των δύο γεγονότων λοιπόν μας λέει ότι η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας του Νότου ήταν δευτερογενές σύμπτωμα μιας «άλλης κατάστασης» που έχει να κάνει με την εσωτερική ζήτηση και όχι η αιτία κάποιας υποτιθέμενης μείωσης της ανταγωνιστικότητας του Νότου. Και αυτή η «άλλη κατάσταση» ήταν ένα «σοκ εγχώριας ζήτησης» στο Νότο που, συν τοις άλλοις, ανέβασε το μοναδιαίο κόστος εργασίας.  Ένα σοκ εγχώριας ζήτησης έλαβε χώρα στο Νότο στα χρόνια του ευρώ και ήταν αποτέλεσμα της ίδιας της δημιουργίας και λογικής του κοινού νομίσματος η οποία επέφερε – σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό και χωρίς να αποτελεί καθόλου έκπληξη – μια μεγάλη αύξηση των κεφαλαιακών ροών από το Βορρά προς το Νότο μέσω της έκρηξης του τραπεζικού δανεισμού. Η μοναδική έκπληξη – κι αυτό που δε μας λένε – είναι πως κατά τους σχεδιαστές του ευρώ, η αύξηση των κεφαλαιακών ροών θα οδηγούσε σε σύγκλιση των οικονομιών της Ευρωζώνης – γιατί το κεφάλαιο ξέρει να τοποθετείται σωστά προς όφελος όλων μπλα, μπλα, μπλα – να όμως που οδήγησε σε φούσκες…
Η ίδια η δημιουργία του ευρώ συνεπώς λειτούργησε ως ‘ασύμμετρο σοκ’ για τα κράτη του Νότου. Κι αυτό, λένε οι Gaulier και Vicard, πρέπει να αναγνωριστεί από όλες τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες αν θέλουμε να χαράξουμε τις σωστές πολιτικές για την αντιμετώπιση της κρίσης του Νότου και να σχεδιάσουμε σωστά το αύριο της Ευρωζώνης. 
 
Συμπέρασμα: ο μύθος ότι οι Γερμανοί δούλευαν και βελτίωναν τις αποδόσεις της οικονομίας τους ενώ οι ανεύθυνοι Νότιοι αύξαναν τους μισθούς τους κι επιδείνωναν την ανταγωνιστικότητά τους είναι όντως μύθος. Η δημιουργία του ευρώ λειτούργησε σαν ασύμμετρο σοκ για τις χώρες του Νότου οδηγώντας τις στα ελλείμματα και την υπερχρέωση. Αν αυτό δεν το αναγνωρίσουμε είναι αδύνατο να ορίσουμε μια σωστή πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης. Οι εξαγωγές του Νότου είναι ανταγωνιστικές εφόσον υπάρχει ζήτηση. Κι επειδή το κύριο μέρος τους κατευθύνεται προς τα άλλα κράτη της Ευρωζώνης, η πρώτη πολιτική προτεραιότητα της Ευρωζώνης πρέπει να είναι η αύξηση της ζήτησης στο Βορρά. Αν αυξηθούν οι μισθοί και οι συντάξεις στη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αυστρία, ο Νότος θα ανακάμψει. Δευτερευόντως, λένε οι Gaulier και Vicard έχει νόημα για τα κράτη του Νότου να μεταφέρουν κεφάλαια και θέσεις εργασίας από μη παραγωγικούς τομείς σε πιο παραγωγικούς. Αν κι αυτό δεν το διευκρινίζουν, το πιθανότερο είναι ότι αναφέρονται σε μεταφορά θέσεων εργασίας από τους κλάδους των μη εμπορεύσιμων στα εμπορεύσιμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, καταλήγουν ότι επείγει η εγκατάλειψη της εσωτερικής υποτίμησης και της επιβολής μεγάλων μειώσεων στους μισθούς του Νότου γιατί συντρίβουν τις κοινωνίες. 

Μπορείτε να βρείτε την αναλυτική μελέτη των Gaulier-Vicard στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη της ΕΚΤ στη διεύθυνση 
(www.ecb.int/home/pdf/research/compnet/Gaulier&Vicard_2012.pdf?f0710f013210740a65a114a38acfce68),
και σε  μια συντομευμένη εκδοχή μαζί με τις πολιτικές της προτάσεις που συνυπογράφει η πρώην οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και νυν της ΕΚΤ Daria Taglioni στο Vox (http://www.voxeu.org/article/tradable-sectors-eurozone-periphery).
 





Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Η απάτη της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και γιατί η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης είναι λάθος

Να μια εκδοχή του πίνακα που δείχνει η Μέρκελ στους δημοσιογράφους του Spiegel για να τους πείσει ότι η αιτία της κρίσης του ευρώ είναι η μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο Νότο σε σχέση με τη Γερμανία.

Πηγή: Felipe-Kumar, «Do some countries in the Eurozone need an internal devaluation? A reassessment of what unit labour costs really mean”, με βάση στοιχεία ΟΟΣΑ και εκτιμήσεις των συγγραφέων, στο Voxeu.org.




O πίνακας αυτός υποδεικνύει ακριβώς ότι από το 1980 μέχρι το 2007 το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε στις χώρες του Νότου πολύ  περισσότερο από ό,τι στη Γερμανία. Στην Ελλάδα 15πλάστηκε, στην Πορτογαλία 10πλασιάστηκε  (ετήσια αύξηση 9.5%),  στην Ιταλία και στην Ισπανία υπερτετραπλασιάστηκε  (ετήσια αύξηση 5.3% και 5.% αντίστοιχα) και στην Ιρλανδία υπερτριπλασιάστηκε (ετήσια αύξηση 3.64%).  Αντίθετα, στη Γερμανία αυξήθηκε πολύ λίγο, μόλις μιάμιση φορά (ετήσια αύξηση 1.21%).
Η συνήθης ερμηνεία για την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι ότι οφείλεται στο ότι οι μισθοί των εργαζομένων αυξάνονται γρηγορότερα από την αύξηση της παραγωγικότητας. Είναι γεγονός ότι και τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την εξέλιξη των μισθών (ονομαστικές αμοιβές) στις χώρες της ΕΕ των 12 δίνουν την ίδια εικόνα: ότι από το 1980 ως το 2007 οι μισθοί των κρατών του Νότου αυξάνονταν με ταχύτατους ρυθμούς – αλλά πάντως χαμηλότερους από τότε που μπήκαν στο ευρώ από ό,τι στα χρόνια των εθνικών νομισμάτων – ενώ της Γερμανίας ελάχιστα. Η αύξηση της παραγωγικότητας από την άλλη μεριά υπήρξε  μεν χαμηλότερη από την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, αλλά ήταν πολύ μεγάλη στην Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία (με  αυτή τη σειρά) και πολύ μικρή στη Γερμανία.
Αν φτιάξουμε τώρα τα διαγράμματα με την εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας των  κρατών του Νότου συγκριτικά με της Γερμανίας, έχουμε κάτι σαν αυτό που δείχνει η Γερμανίδα καγκελάριος στο Spiegel και είναι περίπου το εξής:


Πηγή: Felipe, Kumar, “Unit Labor Costs in the Eurozone: The Competitiveness Debate Again”, 
WP n. 651, Levy Economics Institute


Προσέξτε εδώ πως oι  γραμμές του μοναδιαίου εργασιακού κόστους όλων των χωρών του Νότου και συγκεκριμένα της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας σε σχέση με της Γερμανίας πάνε κατά τον ουρανό – σε αντίθεση με τις πολύ πιο ισορροπημένες γραμμές π.χ. της Ολλανδίας, της Αυστρίας, του Βελγίου, της Φιλανδίας κλπ.
Έχει δίκιο λοιπόν η Μέρκελ;
Όχι.
Στην ευρωπαϊκή συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας υπάρχει μια βαρβάτη επιστημολογική απάτη την οποία έφεραν στο φως το 2011 ο επικεφαλής οικονομολόγος της Asian Development Bank J. Felipe και ο συνάδελφός του U. Kumar, ανοίγοντας έναν ριζοσπαστικό δρόμο στην ερμηνεία της ευρωπαϊκής κρίσης. 
Πού έγκειται η απάτη; Στην κατασκευή του δείκτη μοναδιαίου κόστους εργασίας που είναι προβληματική και παραπλανητική, λένε οι Felipe και Kumar. Αυτός ο δείκτης αφορά επιχειρήσεις ή κλάδους και μπορεί να διευκολύνει συγκρίσεις μεταξύ επιχειρήσεων ή κλάδων. Η μεταφορά του σε επίπεδο ολόκληρων εθνικών οικονομιών και οι ανάλογες  συγκρίσεις χωρίς να αποδίδεται η οφειλόμενη προσοχή στις διαφορές ανάμεσα σε επιχειρήσεις και οικονομίες, αλλά ούτε και στον τρόπο δόμησής του είναι άκριτη και αντιεπιστημονική, τονίζουν οι δύο οικονομολόγοι.

Ας δούμε πώς το εξηγούν. Η μέτρηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, λένε, συνηθίζεται σε επίπεδο επιχείρησης και μετράει πάντα φυσικά μεγέθη παραγόμενων αγαθών. Για παράδειγμα, υπολογίζουμε το μοναδιαίο κόστος εργασίας για μια επιχείρηση που παράγει μολύβια βάζοντας στον αριθμητή τον ονομαστικό μισθό του εργαζομένου στο εθνικό νόμισμα (Χ ευρώ ανά εργαζόμενο) και στον παρονομαστή την παραγωγικότητα της εργασίας (Ψ μολύβια ανά εργαζόμενο). Έτσι προκύπτει το μοναδιαίο κόστος εργασίας που είναι ένα νούμερο Ζ ευρώ ανά μολύβι.
Για μια επιχείρηση παραγωγής μολυβιών η μέτρηση του  μοναδιαίου εργατικού κόστους, ενδεχομένως και η μείωσή του, έχουν νόημα, γιατί θα της επιτρέψουν να παράγει μολύβια φτηνότερα από τους ανταγωνιστές της. Όμως δεν έχουν νόημα στο επίπεδο μιας ολόκληρης εθνικής οικονομίας.
Οι Felipe και Kumar εξηγούν γιατί.  Σε μια ολόκληρη οικονομία π.χ. της Ελλάδας, οι οικονομολόγοι μπορούν μεν να προσθέσουν όλους τους μισθούς των εργαζομένων και να βάλουν το σύνολό τους στον αριθμητή, όμως αδυνατούν να προσθέσουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγει η οικονομία σε φυσικά μεγέθη για να φτιάξουν τον παρονομαστή. Πώς να προσθέσεις Χ μολύβια+Ψ τόνους ελαιόλαδο+ Ζ τόνους χαλκοσωλήνες+Α διανυκτερεύσεις στο ξενοδοχείο η Ωραία Μύκονος; Δεν γίνεται.
Άρα ο παρονομαστής πρέπει να βγει με άλλο τρόπο. Και βγαίνει από τη συνολική παραγωγικότητα της εργασίας η οποία υπολογίζεται ως ο λόγος της ονομαστικής προστιθέμενης αξίας προς τον αποπληθωριστή των τιμών και όλο αυτό δια του αριθμού των εργαζομένων. Όμως αυτό το μέγεθος, επισημαίνουν οι Felipe και Kumar,  ως συνολικό μέγεθος για μια οικονομία δεν είναι καθόλου συγκρίσιμο με το ίδιο μέγεθος σε επίπεδο μιας επιχείρησης. Στην πραγματικότητα μάλιστα αντιπροσωπεύει το μερίδιο της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν (προστιθέμενη αξία), επί τον αποπληθωριστή των τιμών. Τι θα πει αυτό με απλά λόγια; Ότι οι μεταβολές του μοναδιαίου κόστους εργασίας αντανακλούν δυο πράγματα: αφενός την κατανομή του εθνικού εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και αφετέρου τον πληθωρισμό. 
Αφού εξηγούν ότι έτσι έχουν τα πράγματα, οι Felipe και Kumar παρέλαβαν τους πίνακες της Μέρκελ, πρόσθεσαν πάνω τους τις μεταβολές του αποπληθωριστή και του μεριδίου της εργασίας και έβγαλαν τα εξής:





Πηγή: Felipe-Kumar, «Do some countries in the Eurozone need an internal devaluation? A reassessment of what unit labour costs really mean”, με βάση στοιχεία ΟΟΣΑ και εκτιμήσεις των συγγραφέων, στο Voxeu.org.




Τι βλέπουμε εδώ; Α χα!…
Ότι η διαβόητη μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας του ευρωπαϊκού Νότου (κόκκινη γραμμή) αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα αύξηση του αποπληθωριστή (πράσινη γραμμή) και όχι του μεριδίου των εργαζομένων (μπλε γραμμή).  Στην πραγματικότητα, κατά την επίμαχη περίοδο το μερίδιο των εργαζομένων έχει μειωθεί  προς όφελος του κεφαλαίου σε 9 χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Ιταλία και η Ισπανία, έχει παραμείνει σταθερό στην  Πορτογαλία και έχει αυξηθεί μόνο στην  Ελλάδα. Προσοχή, όμως, σημειώνουν οι συγγραφείς: ούτε η εξαίρεση της αύξησης του μεριδίου εργασίας στην Ελλάδα λέει πολλά πράματα διότι η Ελλάδα ξεκίνησε το 1980 από πολύ χαμηλά: από το χαμηλότερο μερίδιο εργασίας όχι απλά στην Ευρώπη των 12 αλλά και στο σύνολο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, οπότε ήταν εύλογο να κινηθεί ψηλότερα.
Αντίθετα, ο πληθωρισμός των κρατών του Νότου υπήρξε πάντα πολύ υψηλός, ιδίως συγκρινόμενος με τον πολύ χαμηλό πληθωρισμό των κρατών του Βορρά: κι αυτό ισχύει για όλη την περίοδο από το 1980 ως το 2007, τόσο δηλαδή για τα χρόνια των εθνικών νομισμάτων όσο και του ευρώ (αν και για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίοδο).
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο Νότο δίνει ψευδή εικόνα για την πραγματικότητα των εργασιακών αμοιβών, αφού δεν οφείλεται σε αύξηση του μεριδίου της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν αλλά σε αύξηση του αποπληθωριστή.

Ωραία, λοιπόν, συνεχίζουν οι Felipe και Kumar. Είδαμε ότι η μεταφορά του δείκτη μοναδιαίου κόστους εργασίας από τις επιχειρήσεις στις εθνικές οικονομίες, αν γίνει άκριτα και αντιεπιστημονικά, είναι παραπλανητική. Υπάρχει άραγε τρόπος να κάνουμε την ίδια δουλειά με τρόπο κριτικό και επιστημονικό; Σαφώς, απαντούν, κι ο τρόπος αυτός μπορεί να μας αποκαλύψει τη δεύτερη απάτη της ευρωπαϊκής συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας, που έγκειται στην απίθανη έμπνευση να επιχειρούνται συγκρίσεις ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας και τα κράτη του Νότου. Πρόκειται για μήλα με πορτοκάλια, στο βαθμό που η Γερμανία ανταγωνίζεται εντελώς διαφορετικές χώρες από αυτές που ανταγωνίζεται ο Νότος, ιδίως η Πορτογαλία με την Ελλάδα.
Είναι βασικό να καταλάβουμε ότι συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας μεταξύ εθνικών οικονομιών μπορούν να γίνουν μόνο αν οι χώρες έχουν κάποια κομμάτια κοινής παραγωγικής βάσης και κοινών εξαγωγών. Αν μια χώρα εξάγει πορτοκάλια και καλοκαιρινές διακοπές και μια άλλη εξάγει γάλα και αυτοκίνητα, δεν υπάρχει κοινή βάση για συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας.
Από τα στοιχεία εξαγωγών του ΟΟΣΑ της περιόδου 2001-2007, οι δύο οικονομολόγοι διαπιστώνουν ότι η  Γερμανία είναι η δεύτερη πιο πολύπλοκη τεχνολογικά οικονομία του κόσμου μετά την Ιαπωνία. Γερμανία και Ιαπωνία, λένε, μαζί με την Ελβετία, τις ΗΠΑ, τη Σουηδία, τη Φιλανδία και την Αγγλία, συναποτελούν μια μικρή ομάδα χωρών οι οποίες αφενός εξάγουν τα πιο πολύπλοκα τεχνολογικά προϊόντα του κόσμου κι αφετέρου έχουν ασυνήθιστη  ισχύ στις αγορές – με την έννοια ότι μπορούν να επηρεάζουν τις τιμές προς όφελός τους. Ας αντιληφθούμε, συνεχίζουν, ότι το 64% των γερμανικών εξαγωγών αφορά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και το 4% χαμηλής. Αντίθετα, το 33.1% των εξαγωγών της Ελλάδας και το 21.7% της Πορτογαλίας αφορούν προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας και μόνο το 17% των ελληνικών και το 24% των πορτογαλικών εξαγωγών αφορούν προϊόντα υψηλής τεχνολογίας – αλλά όχι τόσο υψηλής όσο της Γερμανίας. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι χώρες του Νότου δεν ανταγωνίζονται σε καμία περίπτωση τη Γερμανία ώστε να υπάρχει θέμα σύγκρισης μεταβολών στα μοναδιαία κόστη εργασίας τους. 
Οπότε, για να δούμε τι συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας έχουν νόημα, συνεχίζουν οι Felipe και Kumar, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιήσουμε το δείκτη διεθνούς κατάταξης της τεχνολογικής δομής των εξαγωγών. Χώρες με κοντινές θέσεις σε αυτή την κατάταξη παράγουν προϊόντα περίπου παραπλήσιας τεχνολογικής δομής και ανταγωνίζονται μεταξύ τους, χώρες με πολύ μακρινές θέσεις όχι. Αυτό όμως που βλέπουμε από τη διεθνή κατάταξη των κρατών ανάλογα με την τεχνολογική δομή των εξαγωγών τους, σημειώνουν οι δύο οικονομολόγοι, είναι ότι η Γερμανία φιγουράρει στη 2η θέση παγκοσμίως, η Ιρλανδία στη 12η,  που είναι κοντά στην Ολλανδία και την Τσεχία, η Ιταλία στην 24η, η οποία βρίσκεται κοντά στη Νότια Κορέα και η Ισπανία λίγο παρακάτω  στην 28η,  πλάι στο Μεξικό. Όσο για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, αυτές βρίσκονται πολύ χαμηλότερα, στην 52η και 53η θέση, κάτω και από την Κίνα (που το διάστημα 2001-2007 βρισκόταν στην 51η θέση αλλά πλέον έχει αναβαθμιστεί).
Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν υπάρχει κανένα επιστημονικό αντίκρισμα σε συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας, σαν κι αυτές που γίνονται κατά κόρον στην Ευρώπη σήμερα. Η Γερμανία ανταγωνίζεται την Ιαπωνία και η Ελλάδα με την Πορτογαλία ανταγωνίζονται την Κίνα.

Συμπέρασμα: Είναι αλήθεια ότι τα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου έχουν σοβαρό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, καταλήγουν οι Felipe και Kumar.  Αυτό όμως δεν οφείλεται ούτε στους δήθεν υψηλούς μισθούς των εργαζομένων τους που είναι χαμηλότεροι σε σχέση με του ευρωπαϊκού Βορρά, ούτε στην έλλειψη παραγωγικότητας που για πολλά χρόνια αυξάνονταν πολύ πιο γρήγορα από του Βορρά. Οφείλεται στις αποκλίσεις της παραγωγής και των εξαγωγών ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο και δεν έχει να κάνει καθόλου με τιμές. Το πρόβλημα του Νότου είναι ότι «κόλλησε» στην παραγωγή προϊόντων χαμηλής τεχνολογίας τα οποία παράγουν πλέον κι άλλες χώρες, χαμηλότερου μισθολογικού κόστους. Επίσης, οι  χώρες του Νότου έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Η Ιταλία και η Ισπανία είναι σε καλύτερη θέση. Αντίθετα η Πορτογαλία και η Ελλάδα, που βρέθηκαν να ανταγωνίζονται την Κίνα, είναι πιασμένες σε μια τρομερή παγίδα.
Δυστυχώς, αποφαίνονται οι δύο οικονομολόγοι, δεν υπάρχει εύκολη λύση. Το πρώτο που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, αντί να βοηθά στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας του Νότου, του δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Η εσωτερική υποτίμηση δεν βοηθά διότι π.χ. η Ελλάδα και η Πορτογαλία ακόμη και με μειώσεις μισθών της τάξης του 30%, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τους μισθούς της Κίνας με την οποία έχουν κοινές εξαγωγές, αλλά ούτε και τη Γερμανία γιατί τα εξαγωγικά τους προϊόντα δεν συμπίπτουν με τα γερμανικά. Οπότε η εσωτερική υποτίμηση οδηγεί μόνο σε δραματική ύφεση και μεγάλη μείωση του μεριδίου των εργαζομένων στο εθνικό προϊόν.
Μια λύση για τα κράτη του Νότου θα ήταν η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, με χάραξη εθνικής βιομηχανικής πολιτικής. Αυτή η λύση όμως προσκρούει σε σοβαρά πολιτικά προβλήματα, αναγνωρίζουν οι δύο οικονομολόγοι. Οπότε ως μόνη πολιτικά εύλογη και εφικτή λύση κρίνεται ο μετασχηματισμός της Ευρωζώνης ώστε να αναλάβει πολύ πιο δραστήριο ρόλο στην οικονομία η δημοσιονομική πολιτική αφού βεβαίως εξεταστούν οι επιπτώσεις αυτή της αλλαγής στο ευρώ κι όλα αυτά σε συνδυασμό με μια σοβαρή τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής των χωρών του Νότου σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας που δεν θα ανταγωνίζονται τις κινέζικες εξαγωγές. Είναι δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο, θα πάρει πολλά χρόνια, εκτιμούν, οι συντάκτες της μελέτης, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση.

(Η μελέτη των Felipe-Kumar υπάρχει σε μια σύντομη εκδοχή στο σάιτ ευρωπαϊκής πολιτικής του Κέντρου Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής Vox (http://www.voxeu.org/article/internal-devaluations-eurozone-mismeasured-and-misguided-argument) και στην εκτεταμένη της εκδοχή στο Levy Institute (http://www.levyinstitute.org/pubs/wp_651.pdf).